Μέρος 4: Το Μυστικό Μέσα στη Βαλίτσα
Οι επόμενες ημέρες πέρασαν σαν σε όνειρο. Η βαλίτσα βρισκόταν ακόμη στο τραπέζι της κουζίνας μου, κλειστή, λες και περίμενε να αποφασίσω αν ήμουν έτοιμος να αντιμετωπίσω όσα έκρυβε.
Κάθε φορά που περνούσα από δίπλα της, θυμόμουν τον κύριο Αντώνη. Τον τρόπο που χαμογελούσε όταν του έφερνα τα ψώνια, τις ατέλειωτες ιστορίες του για τα παλιά χρόνια και εκείνη τη φράση που επαναλάμβανε πάντα:
«Οι άνθρωποι δεν αφήνουν πίσω τους μόνο χρήματα... αφήνουν και αλήθειες.»
Δεν είχα καταλάβει ποτέ τι εννοούσε.
Μέχρι τώρα.
Το επόμενο πρωί τηλεφώνησα στον δικηγόρο.
«Κύριε Παπαδόπουλε... πρέπει να σας δω.»
Η φωνή του ήταν ήρεμη.
«Το περίμενα. Ελάτε στο γραφείο μου. Υπάρχουν ακόμη πράγματα που δεν γνωρίζετε.»
Το γραφείο του ήταν γεμάτο παλιές βιβλιοθήκες και φακέλους. Μόλις κάθισα, ακούμπησε μπροστά μου έναν καφέ φάκελο.
«Ο κύριος Αντώνης μού ζήτησε να σας δώσω αυτό μόνο αφού θα είχατε ανοίξει τη βαλίτσα.»
Τον κοίταξα απορημένος.
«Γιατί τόση μυστικότητα;»
Ο δικηγόρος πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Επειδή υπήρχαν άνθρωποι που περίμεναν να πάρουν αυτή τη βαλίτσα πριν από εσάς.»
Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται.
«Ποιοι;»
«Οι συγγενείς του.»
Δεν ήξερα καν ότι είχε συγγενείς.
«Μου έλεγε πάντα ότι ήταν μόνος.»
Ο δικηγόρος χαμογέλασε πικρά.
«Όχι... δεν ήταν μόνος. Απλώς τον είχαν εγκαταλείψει.»
Άνοιξε έναν ακόμη φάκελο.
Μέσα υπήρχαν αντίγραφα επιστολών.
Δεκάδες επιστολές.
Άλλες ζητούσαν χρήματα.
Άλλες απαιτούσαν να πουλήσει το σπίτι.
Καμία δεν ρωτούσε αν ήταν καλά.
Καμία δεν έλεγε "σ' αγαπώ".
Καμία δεν είχε γραφτεί για να τον επισκεφθεί.
«Για δώδεκα χρόνια», συνέχισε ο δικηγόρος, «κανείς από αυτούς δεν πέρασε ούτε μία φορά από το σπίτι του.»
Έμεινα σιωπηλός.
Εγώ τον έβλεπα κάθε Κυριακή.
Του πήγαινα ψώνια.
Πίναμε μαζί καφέ.
Γιορτάζαμε τα γενέθλιά του.
Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι ήμουν ο μοναδικός άνθρωπος που του κρατούσε συντροφιά.
«Υπάρχει όμως κάτι ακόμη.»
Ο δικηγόρος μου έδειξε μια φωτογραφία.
Μόλις την είδα, ένιωσα το αίμα μου να παγώνει.
Ήμουν εγώ.
Δώδεκα χρόνια πριν.
Στεκόμουν έξω από το σούπερ μάρκετ κρατώντας δύο σακούλες.
Απέναντί μου στεκόταν ο κύριος Αντώνης.
Θυμήθηκα εκείνη τη μέρα.
Ήταν η πρώτη φορά που τον είχα βοηθήσει να κουβαλήσει τα ψώνια του.
«Δεν θυμάμαι να βγάλαμε ποτέ αυτή τη φωτογραφία.»
Ο δικηγόρος χαμογέλασε.
«Δεν τη βγάλατε εσείς.»
«Τότε ποιος;»
«Ο ίδιος.»
Έβγαλε μια μικρή φωτογραφική μηχανή μιας χρήσης από το συρτάρι.
«Την είχε πάντα μαζί του.»
Άνοιξε έναν φάκελο γεμάτο φωτογραφίες.
Σε κάθε μία ήμουν εγώ.
Να κουβαλάω σακούλες.
Να αλλάζω μια λάμπα στο σπίτι του.
Να καθαρίζω τα φύλλα από την αυλή.
Να του φτιάχνω το καλοριφέρ.
Να γελάμε παίζοντας σκάκι.
Να του κρατάω το χέρι στο νοσοκομείο όταν είχε πάθει πνευμονία.
Δώδεκα χρόνια ζωής.
Καταγεγραμμένα σαν οικογενειακό άλμπουμ.
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Ξέρετε γιατί τα κράτησε όλα αυτά;»
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι.
Ο δικηγόρος άνοιξε μια ακόμη επιστολή.
Ήταν γραμμένη λίγους μήνες πριν πεθάνει.
«Αν ο Μάρκος διαβάζει αυτό το γράμμα, σημαίνει ότι έφυγα. Να του πεις πως δεν κράτησα καμία φωτογραφία από τους συγγενείς μου. Κράτησα μόνο εκείνες που μου θύμιζαν ότι κάποιος με αγαπούσε χωρίς να περιμένει τίποτα.»
Δεν άντεξα άλλο.
Τα δάκρυα κύλησαν χωρίς να μπορώ να τα σταματήσω.
Ο δικηγόρος περίμενε λίγα λεπτά πριν συνεχίσει.
«Υπάρχει ακόμη ένας λόγος που σας κάλεσα.»
«Ποιος;»
«Οι συγγενείς του πληροφορήθηκαν ότι βρεθήκατε στη διαθήκη.»
«Και;»
«Έρχονται.»
«Τι θέλουν;»
Με κοίταξε σοβαρά.
«Πιστεύουν ότι μέσα στη βαλίτσα υπάρχει κάτι πολύ πιο πολύτιμο από τα χρήματα.»
Ένιωσα ξανά εκείνο το βάρος στο στήθος.
«Τι ακριβώς ψάχνουν;»
Ο δικηγόρος χαμήλωσε τη φωνή του.
«Κάτι που ο κύριος Αντώνης έκρυβε εδώ και περισσότερα από σαράντα χρόνια... και είναι αποφασισμένοι να το αποκτήσουν, ό,τι κι αν χρειαστεί.»
Συνεχίζεται στο Μέρος 5…

0 comments:
Post a Comment